Ὁ Rattle (Συμφωνικὴ τοῦ Birmingham) δίνει ἄνευρη ἑρμηνεία ποὺ τείνει νὰ γίνεται ἀνιαρή, ἐνῷ συχνὰ ὑποφέρει καὶ ἀπὸ σύγχυση.
Ὁ Rozhdestvensky (Συμφωνικὴ τῆς Ραδιοφωνίας τῆς Μόσχας) ἔχει πολὺ καλὴ ἄρθρωση καὶ μουσικότητα, διαύγεια, συνοχή, γεμάτες φράσεις, ὅμως τείνει νὰ γίνεται ἀταίριαστα ἐπικός.
Ὁ Petri Sakari (Συμφωνικὴ τῆς Ἰσλανδίας) εἶναι μουσικός, ζεστός, μὲ καλὴ ἄρθρωση καὶ ταιριαστὸ τέμπο. Δυστυχῶς συχνὰ γίνεται ἀδιάφορος.
Ὁ Sanderling (Συμφωνικὴ τοῦ Βερολίνου) εἶναι ἤπιος ἀλλὰ καὶ μουτζουρώνει, συνήθως παραμένει μουσικός, συχνὰ διστάζει σὰν νὰ μὴν ἔχει ἀποφασίσει πῶς θὰ ἑρμηνεύσει.
Ὁ Segerstam (Φιλαρμονικὴ τοῦ Ἑλσίνκι) εἶναι μουσικὸς καὶ ἰσορροπημένος, ἔχοντας κερδίσει μεγάλη οἰκειότητα μὲ τὰ ἔργα αὐτά. Ἀπὸ τὶς καλύτερες ἑρμηνεῖες μαζὶ μὲ τὶς δύο ἑπόμενες, τοῦ Osmo Vanska (Συμφωνικὴ τοῦ Lahti), καὶ τοῦ Ἐσθονοῦ Arvo Volmer (Adelaide Symphony Orchestra).
Οἱ τρεῖς τελευταῖες βρίσκονται κοντὰ ἡ μία στὴν ἄλλη καὶ εἶναι κορυφαῖες. Ἂν ἔπρεπε νὰ ξεχωρίσω ὁπωσδήποτε μία, θὰ ἐπέλεγα ἴσως τοῦ Βόλμερ, γιὰ τὶς τολμηρὲς ἐμφάσεις, τὰ μουσικότατα πνευστά, πάνω ἀπ’ ὅλα γιὰ τὴν δυνατότητά του νὰ ἑρμηνεύει μὲ τὴν ἀκριβῶς κατάλληλη διάρκεια καὶ δυναμικὴ σημεῖα ποὺ ἄλλοι παρουσιάζουν σὰν φλύαρα ἐνῷ καθόλου δὲν εἶναι.
Ὑπάρχει φλυαρία τῶν κριτηρίων τῆς σύνθεσης καὶ φλυαρία ποὺ βρίσκεται πέρα ἀπὸ αὐτά. Ἀπὸ τὴν πρώτη ὑποφέρει ὁ ἀνώριμος, ἡ δεύτερη ἀνήκει στὰ ὅρια καθενὸς καὶ εἶναι ἀναπόφευκτη, ἀλλὰ καὶ σὰν ἀνύπαρκτη ὅταν πρόκειται γιὰ μεγάλα μεγέθη, βασανίζει τὸν δημιουργὸ ἐνῷ στοὺς ἄλλους δὲν γίνεται κἂν ὁρατή. Γράφοντας μὲ τὴν ψυχή του, φυσικὰ ὁ Σιμπέλιους εἶχε ἐπίγνωση πόσο ἐχθρεύεται ἡ φλυαρία τὸ ἔργο τέχνης. “Ποτὲ μὴν γράψεις μία νότα ποὺ δὲν εἶναι ἀναγκαία. Κάθε νότα πρέπει νὰ ζεῖ.” Σκοπὸς τῆς σύνθεσης εἶναι ἡ σύμπτωση μὲ τὴν πραγματικὴ ἀρχή, μὲ τὴν πρώτη Ἰδέα, “σὰν ὁ Θεὸς Πατέρας νὰ εἶχε ρίξει στὴ γῆ κομμάτια ἑνὸς μωσαϊκοῦ ἀπὸ τὸ δάπεδο τῶν οὐρανῶν ζητῶντας μου νὰ βρῶ καὶ νὰ φτιάξω τὸ σχέδιο.”
Τὸ δίδαγμα αὐτὸ μπορεῖ νὰ ἐξηγηθεῖ καλὰ σὲ ὁποιονδήποτε, ὅμως —κι ἂν ἔστω γίνει ἀποδεκτὸ καὶ ὄχι μόνο ἀντιληπτό— γιὰ νὰ ἐφαρμοστεῖ χρειάζεται πάνω ἀπ’ ὅλα νὰ ἔχεις κάτι νὰ πεῖς, κι αὐτὸ δὲν διδάσκεται ὅσο κι ἂν μοχθεῖς στὰ σκοτάδια τῆς νύχτας, ὅπως περιέγραφε τὴν δημιουργία ὀ Σιμπέλιους μὲ ἀφορμὴ τὰ ἔργα αὐτά, ἀπὸ τὰ ὁποῖα ὁ Φιλλανδικὸς λαὸς ἀντλεῖ καὶ σήμερα ἔμπρακτη καὶ μεγάλη ὑπερηφάνεια, ἐπενδύοντας στὴ μουσικὴ ἐκπαίδευση κεφάλαια ποὺ θὰ ζήλευαν οἱ ὑπερδυνάμεις τοῦ πλανήτη. Τὸ ἄπιαστο χάρισμα τοῦ ἠχοχρώματος καὶ ἀκόμα περισσότερο τῆς μελωδίας, πάνω καὶ ἀπὸ τὴν γενικὴ ὀργάνωση, πιὸ φανερὰ καὶ πιὸ ἀναμφίβολα ὑπερβαίνουν τὶς προσωπικὲς δυνάμεις σημαίνοντας τὴν ἔμπνευση, ὅταν “γιὰ μιὰ στιγμὴ ὁ Θεὸς ἀνοίγει τὴν πόρτα Του καὶ ἡ Ὀρχήστρα Του παίζει τὴν 5η Συμφωνία”. Ἡ Συμφωνία μὲ τὴν αἰθέρια ἀκριβῶς μελωδία τῆς εἰσαγωγῆς εἶχε πείσει τὸν Σιμπέλιους γιὰ τὴν προέλευση τοῦ ἔργου τέχνης.
Σελ. 12345