Ὁ Ashkenazy (Philharmonia Orchestra τοῦ Λονδίνου) μὲ ξαφνιάζει εὐχάριστα, ἀφοῦ δὲν ἔχω συνηθίσει νὰ τὸν βλέπω σὲ τέτοια φόρμα. Ἂν καὶ ἤπιος μέχρι πλαδαρότητος καμμιὰ φορά, εἶναι ἰσορροπημένος, ἔχει ἄποψη, καὶ ἀναδεικνύει τὶς φράσεις μὲ τέμπο ἀργὸ ἀλλὰ ὄχι ἔξω ἀπὸ τὸ πνεῦμα τῶν Συμφωνιῶν.
Ὁ Barbirolli (Ὀρχήστρα Hallé) εἶναι ὁρμητικός, κάπως τραχύς, στὸ ὁποῖο συντελεῖ καὶ ἡ ἠχογράφηση, ἀλλὰ ὅπως συνήθως στὶς ἑρμηνεῖες του κυριαρχεῖ ἡ καθαρότητα τῶν φράσεων καὶ ἡ ποικιλία τονισμῶν, ποιότητες γιὰ τὶς ὁποῖες πάντα τὸν συμβουλεύομαι.
Ὁ Berglund (Φιλαρμονικὴ τοῦ Ἑλσίνκι) εἶναι ἰσορροπημένος ἀλλὰ καὶ διστακτικός, καταλήγοντας νὰ ὑπονομεύει τὸ στοιχεῖο τῆς ροϊκότητας ποὺ εἶναι ἀπολύτως κρίσιμο στὴν ἑρμηνεία τῶν ἔργων αὐτῶν.
Ὁ Bernstein (Φιλαρμονικὴ τῆς Νέας Ὑόρκης) ἔχει ἱκανὴ δύναμη καὶ ἀκρίβεια, ἀλλὰ μειονεκτεῖ σὲ μουσικότητα καὶ ἑρμηνεύει ἀποστασιοποιημένα, σὰν νὰ μὴν ἀπολαμβάνει.
Ὁ Anthony Collins (Συμφωνικὴ τοῦ Λονδίνου) εἶναι ἤπιος, λίγο βιαστικός, κάποτε ἄτσαλος, καὶ συχνὰ γίνεται ἀδιάφορος.
Μὲ τὸν Colin Davis (Συμφωνικὴ τοῦ Λονδίνου) ἀκούω τὸν Σιμπέλιους πρὶν ἀποκτήσω ἄλλες ἐκδόσεις καὶ εἶμαι ἀρκετὰ δεμένος μὲ τὶς ἑρμηνεῖες του, μολονότι συγκρίνοντας δὲν μπορῶ νὰ πῶ ὅτι δὲν ὑπάρχουν καλύτερες. Καὶ στὶς δύο ἑρμηνεῖες του εἶναι ἄλλοτε ἔντονος καὶ ἄλλοτε ἄνευρος, πάντα ὅμως προσεκτικὸς καὶ ἀκριβής, ἰσορροπημένος σὲ ταχύτητες καὶ μουσικός.
Ἡ ἑρμηνεία τοῦ Alexander Gibson (Βασιλικὴ Ἐθνικὴ Ὀρχήστρα τῆς Σκωτίας) ἔχει καλὲς ἐμφάσεις ποὺ δὲν ξενίζουν, ἀλλὰ καὶ βιασύνη καὶ μουτζουρώματα.
Ὁ Jarvi (Gothenburg Symphony Orchestra) ἀρκετὰ ἔντονος, ἔχει καλὴ ἄρθρωση, μουσικότητα καὶ ἰσορροπία. Ἀπὸ τὶς ἑρμηνεῖες ποὺ δὲν ἐπιτρέπεται κανεὶς νὰ παραμελεῖ.
Δύο ἐκδόσεις ἀπὸ τὸν Karajan, μὲ τὴν πρώτη νὰ ὑστερεῖ κάπως σὲ ἠχογράφηση, χωρὶς πλεονεκτήματα ἀλλοῦ. Ἡ δεύτερη (Φιλαρμονικὴ τοῦ Βερολίνου, 1968) δὲν ἔχει πολὺ καλύτερη ἠχογράφηση, ἀλλὰ εἶναι πιὸ μουσική, ἂν καὶ δὲν ἀποφεύγει τὶς συνήθεις στὸν Κάραγιαν μουτζοῦρες. Πάντως εἶναι ἀπὸ τὶς ξεχωριστὲς ἑρμηνεῖες τοῦ κύκλου, ποὺ ἀξίζει κανεὶς νὰ ἀκούσει.
Ὁ Maazel (Συμφωνικὴ τοῦ Pittsburg) εἶναι ἐντυπωσιακὰ ἀργὸς καὶ μᾶλλον ἀδικαιολόγητα, χωρὶς τὴν στοχαστικότητα τοῦ Celibidache, εἶναι συχνὰ πλαδαρὸς ἢ ἀκόμα καὶ ἀμήχανος.
Σελ. 12345