Ὑπάρχουνε οἱ σοβαροὶ πνευματικοὶ ἐργάτες, ποὺ ἔχουνε μεγάλη ἐξουσία καὶ δίνουνε στοὺς ἀνθρώπους θροφὴ καλὴ ποὺ δυναμώνει τὴν ψυχή τους, διδάσκει τὸν νοῦ τους καὶ κατεργάζεται τὸν χαρακτῆρα τους. Τέτοιοι ἤτανε π.χ. ὁ Ὅμηρος, ὁ Ἡσίοδος, ὁ Πίνδαρος, ὁ Πλάτωνας, ὁ Ξενοφῶν, ὁ Πλούταρχος… Ἀφοσιωμένοι στὰ πνευματικά, παραμελούσανε τὸν ἑαυτό τους καὶ τὰ κοινωνικὰ χρέη τους, ζῶντας σὰν τὰ πουλιά… Καὶ πῶς μποροῦσε νὰ γίνει ἀλλοιῶς, ἀφοῦ οἱ φροντίδες τῆς ζωῆς τραβᾶνε πρὸς τὰ κάτω τὸν ἄνθρωπο ποὺ γεννήθηκε γιὰ νὰ πετᾶ ψηλὰ σὰν ἀητός;…

Ὁ Ἀναξαγόρας, ποὺ τὸν λέγανε ‘Νοῦ’, ἀπὸ τὴ Μικρὰ Ἀσία καταστάλαξε στὴν Ἀθήνα, ὅπως ὅλοι οἱ τέτοιοι χασομέρηδες, ποὺ τοὺς λέγανε ‘τέττιγες’, δηλ. τζιτζίκια, ποὺ βρίσκανε καταφύγιο στὴ βλογημένη Ἀθήνα, ποὺ εἶχε καταντήσει τεμπελοχανειό, καὶ ξαπλώνανε μακάρια στὸν ἥλιο τὸν χειμῶνα, ἢ στὸν ἴσκιο τοῦ βράχου. Ξεγνοιασιά, φιλοσοφία καὶ ποιήματα!… Ἡ πολιτεία τοὺς ἀγαποῦσε αὐτοὺς τοὺς ἀνθρώπους ποὺ ζούσανε μὲ τὸ τίποτα, ὅπως τὸ Βυζάντιο ἀγαποῦσε καὶ σεβότανε τοὺς ἀσκητάδες. Εἶχε γι’ αὐτοὺς τὸ ‘Πρυτανεῖο’…

Ὁ Ἀναξαγόρας, λοιπόν, εἶχε στήσει τὸ τσαντίρι του στὸ ἰοστέφανον Ἄστυ, κι ἔψαχνε νὰ βρεῖ μὲ τὴν ἡσυχία του τί εἶναι ὁ ἥλιος καὶ τὸ φεγγάρι, καὶ τί λογῆς εἶναι ὁ κόσμος. Ὁ Περικλῆς τὸν ἀγαποῦσε, γιατὶ κοντὰ στὸ ὅτι ἤτανε μεγάλη διάνοια, ἤτανε καὶ συμπατριώτης τῆς γυναίκας του τῆς Ἀσπασίας. Λοιπὸν δὲν τὸν ἄφηνε νὰ στερηθεῖ τίποτα, στέλνοντάς του τὸ τακτικό του. Μὰ κάποια φορά, ὁ Περικλῆς, ζαλισμένος ἀπὸ τὰ πολιτικά, τὸν ξέχασε. Τότε ὁ Ἀναξαγόρας τοῦ ἔγραψε σ’ ἕνα χαρτὶ τοῦτα τὰ λόγια: ‘Ὤ Περίκλεις, οἱ λύχνου δεόμενοι ἔλαιον ἐπιχέουσιν”, “Ἐκεῖνοι ποὺ χρειάζονται λυχνάρι, χύνουνε καὶ λάδι στὸ φυτίλι”…

Στὰ χρόνια μας φανερώθηκε κι ὁ Παπαδιαμάντης, ποὺ ἦρθε κι αὐτὸς στὴν Ἀθήνα ἀπὸ τὴ Σκιάθο, ὅπως εἴχανε ἔρθει τόσοι ὅμοιοί του στ’ ἀρχαῖα χρόνια. Ἔζησε κι αὐτὸς σὰν ἀσκητής, μή λογαριάζοντας τὸν ἑαυτό του, ἀπὸ τὴν ἀγάπη ποὺ ἔνοιωθε γιὰ τὰ γράμματα καὶ γιὰ τὴ θρησκεία. Πέρασε τὴ ζωή του “ὡς στρουθίον μονάζον ἐπὶ δώματος”.