9.
Ἔτσι ἑνωμένοι ἐκάμανε τριάντα
φορὲς τὴν ἐκκλησιὰ ποὺ βοὴ στέρνει.
Σὰ νά ῾χε μέσα θυμιατὰ σαράντα,
μυρωδιὰ λιβανιοΰ τὴ συνεπαίρνει.
Πάντα μὲ βία τὸ τρέξιμο, καὶ πάντα
ὁ ζωντανὸς τ᾿ ἀραχνιασμένα σέρνει·
σκύφτουν, πολὺ κρυφομιλοῦν, καὶ σειέται
τὸ βαμπάκι, ποὺ λὲς καὶ ξεκολλιέται.
10.
Ἄχ, ποῖος εἶδε τὰ χέρια νὰ σηκώνει
ἡ Παναγία, τὰ μάτια της νὰ κλείσει;
Ἄχ, ποῖος εἶδε τὸ Πάσχα αἷμα νὰ ἱδρώνει
ὁ Χριστός, καὶ παντοῦ νὰ κοκκινίσει;
Τί συφορὰ τὴν ἐκκλησιὰ πλακώνει,
ὁποὺ τὴν ἴδια μέρα εἶχε βροντήσει
ἀπὸ τόσες χαρὲς καὶ ψαλμῳδίες,
πού ῾χε ἀντιλάμψει ἀπὸ φωτοχυσίες!
11.
Βρίσκεται στ᾿ Ἅγιο Βῆμα, ἀνατριχιάζει,
καὶ πέφτει ὀμπρὸς τοὺς γονατιστὸς χάμου.
Μὲ τρομάρα κοιτάει καὶ τοὺς φωνάζει:
«Σᾶς γνωρίζω· τί θέλτε; Εἶστε δικά μου.
Τοῦ καθενὸς τὸ πρόσωπο μοῦ μοιάζει·
ἀλλὰ πέστε τί θέλτε ἔτσι κοντά μου;
Συχωρᾶτε καὶ πάψτε. Ἀμέτε πέρα·
δὲν εἶναι ἀκόμα Παρουσία Δευτέρα!
12.
Ὢ κολασμένα, ἀφεῖτε μου τὰ χέρια!».
Χείλη μὲ χείλη τότε ἐκολληθῆκαν.
Ὅσα εδῶσαν φιλιά, τόσα μαχαίρια
στοῦ δυστυχῆ τὰ φυλλοκάρδια ἐμπῆκαν.
Ἄφοῦ στὸν κόσμο ἐλάμψανε τ᾿ ἀστέρια,
τέτοιου τρόμου φιλιὰ δὲν ἐδόθηκαν.
Φτυοΰνε τὰ χείλη σὰν ἀπὸ φαρμάκι·
μέσα τοῦ επῆε τὸ νεκρικὸ βαμπάκι.
13.
Στέκει σὰ μάρμαρο ὥσπου ξημερώνει,
κι εἶναι φευγάτοι οἱ πεθαμένοι νέοι.
Τὴν τρομασμένη κεφαλὴ ψηλώνει
καὶ βαριὰ νεκρολίβανα ἀναπνέει.
Τέλος πάντων τὰ μάτια ἄγρια καρφώνει
στὲς δάφνες, καὶ πολληώρα ἔπειτα λέει:
«Σύρε, σημεῖο χαρᾶς!» καὶ φουχτωμένο
μὲ τὰ δυό, τὸ χτυπάει στὸ Σταυρωμένο.
14.
«Κόλαση; τὴν πιστεύω· εἶναι τή· αὐξάνει,
κι ὅλη φλογοβολάει στὰ σωθικά μου.
Ἀπόψε Κάποιος ποὺ ὅ,τι θέλει κάνει
μὄστειλε ἀπὸ τὸ μνῆμα τὰ παιδιά μου.
Χωρὶς νὰ τὴ γνωρίζω, ἐχθές μου βάνει
τὴ θυγατέρα αἰσχρὰ στὴν ἀγκαλιά μου.
Δὲ λείπει τώρα πάρεξ νὰ χαλάσει
τὸν Ἑαυτό του, γιατί μ᾿ ἔχει πλάσει!».
15.
Σηκώνεται καὶ παίρνει τὴν πεδιάδα,
σχίζει κάμπους καὶ δάση, ὄρη, λαγκάδια·
στὰ μάτια του εἶναι μαύρη ἡ πρασινάδα,
τὰ νερὰ καὶ τὰ δέντρα εἶναι μαυράδια·
χύνεται μὲ μεγάλη, ογληγοράδα,
καὶ γύρου ἂς εἶναι, ὅ,τι θωρεῖ, σκοτάδια.
Κι ἀκόμη λέει πὼς κυνηγιέται, ἀκόμα
τὰ βαμπάκια τοῦ Χάρου ἀκούει στὸ στόμα.
16.
Ἔτσι ὁ φονιᾶς ποὺ κρίματα ἔχει πλήθια,
ἐὰν φθάσει καὶ τοῦ κλείσει ὕπνος τὸ μάτι,
βγαίνουν μαζὶ καὶ τοῦ πατοῦν τὰ στήθια
οἱ κρυφὰ σκοτωμένοι, αἷμα γιομάτοι.
Μεγαλόφωνα κράζοντας βοήθεια
γυμνὸς πετιέται ὀχ τὸ ζεστὸ κρεβάτι,
κι ἔχει τόση μαυρίλα ὁ λογισμός του,
ποὺ μὲ μάτια ἀνοιχτὰ τοὺς βλέπει ὀμπρός του.
Σελ. 12345