Καὶ μπρὸς στὰ πόδια της, οἱ Μάγοι γονατιστοὶ μὲ τὰ δῶρα τους, τὴ σμύρνα καὶ τὸ μόσχο καὶ τὸ λιβάνι, ὠνόμαζαν τὸ γιό της βασιλέα καὶ Θεό.
Ἐκείνη τὴν ὥρα φάνηκε στὴν ἐμπατὴ χλωμὸς ὁ Ἰωσήφ.
-Νὰ φύγουμε, λέει τρέμοντας στὴ γυναίκα του. Ὁ Ἡρῴδης θέλει τὸ παιδὶ κ᾿ οἱ ἀνθρώποι τὸν ψάχνουν στὴ χώρα. Γλήγορα νὰ φύγουμε!
Ἐκείνη ἅρπαξε ἀμέσως τὸ βρέφος, τὸ ἕσφιξε στοὺς κόρφους της καὶ πῆραν δρόμο γιὰ τὴν Αἴγυπτο. Ἡ νύχτα τοὺς ἔκρυψε. Μὰ τὰ αἵματα τῶν ἄλλων παιδιῶν κι ὁ θρῆνος τῶν μαννάδων ἀνέβαιναν ἀπὸ τὰ σπίτια τῆς Γαλιλαίας, πρωτόλουβη θυσία στὸν ἀναμορφωτὴ τοῦ κόσμου.
-Πόσα αἵματα θὰ χυθοῦν ἀκόμη! ψιθύρισε προφήτης ἡ γυναίκα. Πόσα αἵματα! …»
Τέλειωσε ὁ Ἀξιώτης τὸ διήγημά του κ᾿ οἱ σύντροφοι ἔμειναν ἀκόμη ἀκίνητοι σὰν ὀνειροπλανεμένοι. Μερικοὶ σταυροκοπήθηκαν ἄλλοι στέναξαν βαθιὰ σὰ νὰ ξύπνησε κάτι παρήγορο μέσα τους. Μὰ ὁ Κώστας ὁ θερμαστής, ἴδιος στ᾿ ἀστεῖα καὶ στὰ σοβαρά, ρώτησε πονηρὰ τὸ σύντροφό του:
-Δὲ μοῦ λές, βλάμη. Εἶδε ἡ Παναγιὰ στ᾿ ὄνειρό της καὶ τὸν πατριώτη σου τὸ Βαραββᾶ;
Ἐκεῖνος χολοταράχτηκε. Φοβερὴ βλαστήμια ἀνέβηκε στὰ χείλη του. Μὰ τὴν κατάπιε. Δὲν ἦταν καιρὸς τώρα νὰ κολαστῆ κανείς! Χαμογέλασε, ἔκαμε τὸ σταυρό του καὶ ξαπλώθηκε στὸ ἔρημο κρεβάτι του.
-Καὶ τοῦ χρόνου, παιδιά, στὰ σπίτια μας! εὐχήθηκε.
-Στὰ σπίτια μας, μὰ θὰ μᾶς θερίζη ἡ πείνα, εἶπε ὁ θερμαστής.
Καὶ γέλασε δυνατά.
Σελ. 12345