Κανένα πρᾶγμα δὲ δείχνει περισσότερη πνευματικὴ ἀδυναμία, ὅσο τὸ νὰ μή γνωρίζει κανένας πόση δυστυχία ἔχει ὅποιος ἄνθρωπος δὲν πιστεύει στὸ Θεό.

Κανένα πρᾶγμα δὲ φανερώνει κάποια κακὴ διάθεση τῆς καρδιᾶς, ὅσο τὸ νὰ μήν ἀποθυμᾶ ὁ ἄνθρωπος νὰ βγοῦνε ἀληθινὰ ὅσα μᾶς ὑποσχέθηκε ὁ Χριστός.

Κανένα πρᾶγμα δὲν εἶναι πιὸ ἄναντρο, ὅσο τὸ νὰ κάνεις τὸν ἀντρεῖο καταπάνου στὸ Θεό.

Ἂς ἀφήσουμε λοιπὸν ἐτοῦτες τὶς ἀσέβειες σὲ κείνους πού ‘ναι τόσο κακογεννημένοι, ὥστε νά ‘ναι ἱκανοὶ νὰ τὶς κάνουνε.

Οἱ ἄλλοι, ἂν δὲν μποροῦνε νά ‘ναι χριστιανοί, ἂς εἶναι τουλάχιστο τίμιοι ἄνθρωποι, κι ἂς παραδεχτοῦνε πὼς ὑπάρχουνε μονάχα δυὸ εἰδῶν ἄνθρωποι ποὺ νὰ μπορεῖ κανένας νὰ τοὺς πεῖ γνωστικούς· ἢ κεῖνοι ποὺ ὑπηρετοῦνε τὸ Θεὸ μὲ ὅλη τὴν καρδιά τους, γιατὶ τὸν γνωρίζουνε, ἢ κεῖνοι ποὺ τὸν ἀποζητᾶνε μ’ ὅλη τὴν καρδιά τους, ἐπειδὴς δὲν τὸν γνωρίζουνε.