Ἐπανελθὼν πάλιν χαμηλότερον ἐστάθη τὸ μέσον τοῦ δρομίσκου, οὐ μακρόν της οἰκίας, τὴν ὁποίαν πρὶν ἐφαίνετο ὅτι ἐκοίταζε. Ἐστάθη, καί, ἀφοῦ ἔριξε βλέμμα ὁλόγυρα νὰ ἴδει μή τις τὸν παρηκολούθει, ἔτεινε τὸ οὖς. Τί ἤκουεν ἄραγε; Ἴσως ἤκουε τὰ διασταυρούμενα καὶ φεύγοντα κατὰ διαφόρους διευθύνσεις, ὡς λάλημα χειμερινῶν στρουθίων, ἄσματα τῶν παίδων τῆς γειτονιᾶς, οἵτινες ἐπισκεπτόμενοι τὰς οἰκίας ἔψαλλον τὰ Χριστούγεννα. Ἐδῶ μὲν ἠκούοντο οἱ στίχοι:

Χριστούγεννα, πρωτούγεννα, πρώτη γιορτὴ τοῦ χρόνου,
Ἐβγᾶτ’, ἀκοῦστε, μάθετε, τώρα Χριστὸς γεννιέται.

Ἐκεῖ δὲ ἀντήχει:

Κυρὰ μ’,τὴ θυγατέρα σου, κυρὰ μ’, τὴν ἀκριβῆ σου

Αἴφνης ὁ ξένος ἠναγκάσθη νὰ παραμερίσῃ, διότι ζεῦγος παιδίων, ὧν τὸ ἓν ἐκράτει φανάριον, ἀρτίως καταβάντα ἀπὸ μίαν κλίμακα, ἤρχοντο πρὸς τὰ ἐδῶ. Ἔστρεψε βήματα τινὰ ὀπίσω, πρὸς τὸ μέρος ὀπόθεν εἶχεν ἔλθει. Τὰ παιδία ἦλθον πλησίον καὶ οὐδὲ τὸν παρετήρησαν κἄν. Ἀνέβησαν τὴν κλίμακα ἐκείνης ἀκριβῶς τῆς οἰκίας, τὴν ὁποίαν εἶχε κοιτάξει διὰ μακρὰν ὁ ξένος. Τοῦτο ἰδὼν ἔκαμε κίνημα κι ἐστράφη ὀπίσω πάλιν μετὰ ζωηροῦ ἐνδιαφέροντος. Ἐστάθη καὶ ἔτεινε τὸ οὖς.

Τὰ παιδιὰ ἔκρουσαν τὴν θύραν.

– Νὰ ῾ρθοῦμε νὰ τραγουδήσουμε θειά;

Μετὰ μίαν στιγμὴν ἠκούσθη ἔνδοθεν βῆμα, ἠνοίχθη ἡ θύρα καὶ γραιὰ μὲ μαύρην μανδήλαν προκύψασα, εἶπε μὲ θλιβερὰν φωνήν:

– Ὄχι, παιδάκια μ᾿, τί νὰ τραγδῆστε ἀπὸ ἐμᾶς; Ἔχουμε ἐμεῖς κανέναν; Καλὴ χρονίτσα νά ῾χετε κι σύρτε ἀλλοῦ νὰ τραγ᾿δῆστε.

Ὅταν οἱ γείτονες τῆς θειὰ Κυρατσῶς τῆς Μιχάλαινας ἐξύπνησαν μετὰ τὰ μεσάνυκτα διὰ νὰ ὑπάγουν εἰς τὴν ἐκκλησίαν, τῆς ὁποίας οἱ κώδωνες ἐκλάγγαζαν θορυβωδῶς, πόσον ἐξεπλάγησαν ἰδόντες τὴν οἰκίαν τῆς πτωχῆς χήρας, ἐκεῖ ὅπου δὲν ἐδέχοντο τὰ παιδία νὰ τραγουδήσουν τὰ Χριστούγεννα, ἀλλὰ τὰ ἀπέπεμπον μὲ τὰς φράσεις «δὲν ἔχουμε κανένα» καὶ «τί θὰ τραγουδῆστε ἀπό μας;» κατάφωτον, μὲ ὅλα τὰ παραθυρόφυλλα ἀνοικτὰ (…)

Τί τρέχει; Τί συμβαίνει; Δὲν ἤργησαν νὰ πληροφορηθούσιν (…) Ὁ ξενιτευμένος γαμβρός, ἀπὸ εἰκοσαετίας ἀπών, ἀπὸ δεκαετίας μὴ ἀφήσας ποὺ ἴχνη (…) εἶχε γυρίσει πολλὰ μέρη εἰς τὸν Νέον Κόσμον, εἶχεν ἐργασθεῖ ὡς ὑπεργολάβος εἰς μεταλλεῖα καὶ ὡς ἐπιστάτης εἰς φυτείας κι΄ἐπανῆλθε μὲ χιλιάδας τινας ταλλήρων εἰς τὸν τόπον τῆς γεννήσεώς του, ὅπου ἐπανεῦρεν ἠλικιωθείσαν, ἀλλ᾿ ἀκμαίαν ἀκόμη τὴν πιστήν του μνηστήν.

Μετὰ τρεῖς ἡμέρας, τὴν Κυριακὴ μετὰ τὴν Χριστοῦ γέννησιν, ἐτελοῦντο ἐν πάσῃ χαρᾷ καὶ σεμνότητα οἱ γάμοι τοῦ Ἰωάννου Εὐσταθίου Μοθωνιοῦ μετὰ τῆς Μελαχροινῆς Κουμπουρτζῆ.

Ἡ θειὰ Κυρατσώ, μετὰ τόσα ἔτη, ἐφόρεσεν ἐπὶ ὀλίγας στιγμὰς χρωματιστὴν πολίτικην μανδήλαν, διὰ ν᾿ ἀσπασθῇ τὰ στέφανα. Καὶ τὴν παραμονὴν τοῦ Ἁγίου Βασιλείου, τὸ ἑσπέρας ἱσταμένη εἰς τὸν ἐξώστην ἠκούσθη φωνοῦσα πρὸς τοὺς διερχομένους ὁμίλους τῶν παίδων:

– Ἐλᾶτε, παιδιά, νὰ τραγδῆστε!