Κι οἱ Θεοὶ ἡττῶνται ὅταν τὰ βάλουν μὲ τὴ βλακεία, λέει ὁ Γερμανὸς ποιητής. Ποῦ θὰ βρισκόμουν καταβαραθρωμένος, ποὺ δὲν εἶμαι, ἁπλῶς, παρὰ ἕνας ζωγράφος καὶ ποιητὴς μὲ σῶμα θνητό; Ἂν ἐσώθηκα, αὐτὸ τὸ χρωστῶ στοὺς ἐλάχιστους φίλους ποὺ μοῦ παραστάθηκαν…
Τὸ σημείωμα αὐτό, ποὺ πρέπει νὰ εἶναι ὅσο τὸ δυνατὸ συντομώτερο, δὲν μοῦ ἐπιτρέπει νὰ ἐπεκταθῶ καὶ στὸ ποιητικό μου «πιστεύω»… Θὰ περιοριστῶ σὲ μερικὲς γραμμὲς μόνο γιὰ τὴ γλώσσα ποὺ χρησιμοποιῶ. Κι ἡ ὁποία δέχτηκε συχνὰ τὸν χαρακτηρισμό, σὰν ψόγο, τῆς «μικτῆς». Πρέπει νὰ πῶ πὼς εἶναι ἁπλούστατα ἡ γλώσσα ποὺ μιλῶ. Ἄλλωστε πρωτεύουσα σημασία δὲν ἔχει τὸ νὰ γίνεται κανεὶς ἀντιληπτὸς ἀπὸ κείνους ποὺ ἐπιθυμοῦν, πραγματικά, νὰ τὸν καταλάβουν;
Νόμιμη γλώσσα, γιὰ μᾶς, εἶναι ἡ γλώσσα ἡ ἑλληνική. Δὲν ἔχουν κανένα νόημα ἀπολύτως αὐτὲς οἱ γνῶμες οἱ φανατικὲς γιὰ «μικτή», «καθαρεύουσα», «δημοτική». Πρέπει ν’ ἀντιμετωπίζονται μὲ ἀπόλυτη ἀδιαφορία ἤ, ἂν τὸ θεωροῦμε σκόπιμο, μ’ αὐτὸν τὸν μόνον ἐπιτρεπόμενο φανατισμό: ἐκεῖνον ποὺ ἐμπνέει τὸν πόλεμο ἐναντίον κάθε εἴδους φανατισμοῦ.
Τὶς γνώσεις μου στὴ γλώσσα τὴν ἑλληνικὴ πιστεύω πὼς τὶς βοήθησε ἡ ἀπέραντη ἀγάπη ποὺ ἔχω γιὰ τὴν ἀνάγνωση ἀρχαίων, βυζαντινῶν καὶ μεταβυζαντινῶν κειμένων… Ἔτσι κατάλαβα πὼς ἡ γλώσσα ἡ ἑλληνικὴ εἶναι μία. Κι ὅτι εἶναι μᾶλλον ἔλλειψη σοφίας νὰ προσηλώνεται κανεὶς πεισματάρικα σὲ μία καὶ μόνο, ἀποκλειστικά, μορφή της, νὰ περιφρονῆ αὐτὸν τὸν ἀμύθητο πλοῦτο, τὸ θησαυρό, ποὺ ἔχει στὴ διάθεσή του. Καὶ νὰ μὴν ἀντλῆ, ἐλεύθερα, μὲ σεβασμὸ καὶ προσοχὴ φυσικά, γιὰ νὰ λαμπρύνη τὸ στίχο του, νὰ ἐνισχύση τὸ νόημά του.
Ἀκριβῶς ὅπως μᾶς διδάσκουν τ’ ἀθάνατα γραπτὰ τοῦ Παπαδιαμάντη καὶ τοῦ Καβάφη. Ὅπως κάμω στὴ ζωγραφική μου. Ὅπου δὲν ἀποκλείω κανένα χρῶμα νὰ βρῆ τὴν κατάλληλη θέση του καὶ νὰ συμβάλη, κι αὐτό, στὴν γενικὴ ἁρμονία τοῦ πίνακος. Ὅπως, πλάι ἀπὸ τὰ διδάγματα τοῦ Πολυτεχνείου, πάλι στὴ ζωγραφική μου, προσθέτω, καὶ συνθέτω, τὰ διδάγματα τῶν Βυζαντινῶν, τῶν Ἀρχαίων καὶ τῶν «λαϊκῶν», σὰν τὸν Θεόφιλο καὶ τοὺς ἄλλους.
______________
Ἀποσπάσματα ἀπὸ τὰ Ποιήματα Α΄, Ἴκαρος, 1977.
Σελ. 12