Γεννημένος σε αστική οικογένεια της Θεσσαλονίκης το 1908, ο Ν.Γ.Π. ήταν ο γιος του πρώτου φαρμακοποιού της πόλης. Διδάχθηκε κατ’ οίκον, πήγε σχολείο σε μεγάλη ηλικία, όπου φάνηκαν οι ιδιαίτερες ικανότητές του.

Ταξίδεψε αρκετά στη νιότη του και σπούδασε οπτική φαρμακευτική και βοτανολογία στο εξωτερικό. Ξεκίνησε να γράφει ποιήματα πολύ νωρίς και πρωτοεμφανίστηκε στον χώρο της λογοτεχνίας το 1934. Η πρώτη του έκθεση ζωγραφικής έγινε μία δεκαετία αργότερα σε ένα ανθοπωλείο της Θεσσαλονίκης.

Για να κατανοήσει κανείς τη θεματολογία και τις τεχνικές του ΝΓΠ, χρειάζονται ορισμένα βιογραφικά στοιχεία.

Ηταν αυτοδίδακτος ζωγράφος, μα κάθε άλλο παρά απλοϊκός ή άτσαλος. Τον έθρεψε η αγάπη του στο Αγιον Ορος, το οποίο είχε επισκεφθεί δεκάδες φορές, η αφοσίωσή του στη Μακεδονία, την οποία γνώρισε πέτρα πέτρα όταν έγινε πλασιέ φαρμακευτικής εταιρείας, η ακλόνητη πίστη του ότι στην Ορθόδοξη Εκκλησία συναντώνται ο τόπος και ο χρόνος, «οι τρομακτικές αυτές διαστάσεις για το άτομο που το κάνουν να συνειδητοποιήσει ότι δεν υπάρχει θάνατος, διότι το παρελθόν είναι παρόν και το μέλλον είναι παρόν», όπως έλεγε και ο ίδιος.

Μέσα από την Ορθοδοξία, ο Πεντζίκης «ένας κοπρίτης της σύγχρονης εποχής» όπως αυτοχαρακτηριζόταν, ανακάλυψε ότι μπορεί να ζει όνειρα εν συνειδήσει και εγρηγόρσει. Η ζωγραφική του Ν.Γ.Π. είναι μια περιήγηση στον δικό του σύμπαν:

«Με τη Μικρασιατική Καταστροφή οδηγηθήκαμε σε πτώχευση», θυμάται. «Τότε ανακάλυψα την αρετή της φτώχειας και υπομένοντάς την, βρήκα έναν άλλο κόσμο, καθαρά πνευματικό, που είναι ο κήπος της ζωής». Αυτές ακριβώς οι εικόνες κοσμούν τα ζωγραφικά έργα του. Εκκλησίες, τοπία, προσωπογραφίες φίλων του. Ακόμα και πορτρέτα του Κωνσταντίνου Καραμανλή, τον οποίο θαύμαζε βαθύτατα.

Ετσι, με αγάπη, ταπεινότητα και αφάνταστη υπομονή, ο Πεντζίκης, φτιάχνει έργα μικρών διαστάσεων με τέμπερα ή σινική. Χρησιμοποιεί την τεχνική της ψηφαρίθμησης, μια δική του επινόηση όπου τα γράμματα μετατρέπονται σε αριθμούς και χρώματα («Τα δίχρονα αποδίδονται με λευκό ή ουρανί ή σταχτί, τα βραχέα με τριανταφυλλί, κίτρινο ή λεμονί κ.ο.κ.»).

Της Μαργαρίτας Πουρνάρα (Η Καθημερινή, 7/1/12), με επεμβάσεις του Έλλοπου