Ὁ ἥρωας ἔχει ‘εἰδικὲς ἀνάγκες’, ψυχολογικὰ καὶ σωματικὰ προβλήματα, δυσκινησία, κυκλοθυμία — καὶ οὔτε μία στιγμὴ δὲν θεωρεῖ τὸν ἑαυτό του ἀδικημένο ἀπὸ τὴν φύση, τὸν Θεὸ ἢ ὁποιονδήποτε, οὔτε στιγμὴ δὲν ζηλεύει τοὺς γύρω του ὑγιεῖς, οὔτε στιγμὴ δὲν λυπᾶται τοὺς γύρω του ἀσθενεῖς.

Ὁ Ἀντρέας βιώνει τὴν ἀσθένεια μᾶλλον ὡς δεδομένο πρωταρχικὰ πραγματικό, κάτι φυσικὸ ἢ ἀφύσικο ὅσο ὁ σεισμὸς ἢ τὸ χρῶμα τῆς θάλασσας, ἔχοντας νὰ ζήσει καὶ ἤδη ζῶντας μαζί του, καὶ πέρα ἀπὸ αὐτό.

Ἡ ταινία ἐξελίσσεται σχεδὸν σὰν ντοκυμαντέρ, τὰ παιδιὰ ποὺ ἔχουν τοὺς πρωταγωνιστικοὺς ρόλους εἶναι καὶ στὴν πραγματικότητα ἀσθενεῖς, γεγονὸς ποὺ συντέλεσε ἴσως στὴν ἀπόχρωση τοῦ ντοκυμαντέρ, ἀλλὰ αὐτὸ δὲν γίνεται ἐπιδιώκοντας κάποιους εἴδους κλινικὴ καταγραφή.