Πολλοί σήμερα διδάσκουν ότι ο άνθρωπος μπορεί να έλθη σε γνώση του εαυτού του με την αυτοανάλυση και ψυχανάλυση. Αλλ’ αυτό είναι πλάνη και μπορεί να οδηγήση τον άνθρωπο σε φρικτά αποτελέσματα.

Όταν κανείς αυτοαναλύεται τότε το πιθανότερο είναι να καταλήξη στην σχιζοφρένεια. Η ασκητική μέθοδος είναι απλή. Επιδιώκουμε με την τήρηση του νου, με την κάθαρση και την επιστροφή του στην καρδιά δια της μετανοίας και της νοεράς προσευχής, με την τήρηση των εντολών του Χριστού, να τον ελευθερώσουμε από τις εικόνες και την αιχμαλωσία του στα αισθητά πράγματα και έτσι επιστρέφοντας στην καρδιά να δη την ερήμωσή του την εσωτερική.

Η γνώση του εαυτού μας γίνεται με την ενέργεια του Παναγίου Πνεύματος. Μόνον όταν η Χάρη του Θεού με την δική μας εργασία φωτίση την ψυχήν, γνωρίζουμε κάθε λεπτομέρεια, το είναι μας με ακρίβεια. Η θεραπεία του νου μας φανερώνει την ύπαρξη των παθών, οπότε, φωτιζόμενοι από το Άγιο Πνεύμα και ενδυναμούμενοι από Αυτό, μπορούμε να πολεμήσουμε εναντίον τους.

Ο νους όταν θεραπευθή παραμένει αφάνταστος και αθήλυντος, δηλαδή καθαρός και ελεύθερος από φαντασίες, και ανώτερος από κάθε σαρκική επιθυμία [βλ. αγ. Διαδόχου Φωτικής: Τα εκατόν… σελ. 111, μθ’].

Άλλος καρπός της θεραπείας του νου είναι η ελευθερία. Προηγουμένως ήταν αιχμάλωτος, τώρα ελευθερώνεται και «πρὸς τὰ οὐράνια ὡς πρὸς οἰκεῖα πορεύεται, ἁγαλλομένῳ ποδί» [Ηλία Πρεσβυτέρου, Φιλοκαλία Β’, σελ. 310, ριγ’]. Ελευθερωθείς από τα πάθη, ό,τι κι αν πράξη λογίζεται δώρο καθαρό στον Θεό [Ηλία Πρεσβυτέρου, Φιλοκαλία Β’, σελ. 300, ι’].

Όταν ο νους απαλλαγή από τα πάθη τα οποία συνιστούν την νέκρωσή του, ανίσταται. Έτσι γίνεται λόγος για την ανάσταση του νου.

Ο Νικήτας ο Στηθάτος προσαρμόζει το θαύμα της αναστάσεως του Λαζάρου στην ανάσταση του νεκρού νου. Όπως ο Λάζαρος απέθανε, έτσι και ο νους αποθνήσκει υπό της αμαρτίας και θάπτεται. Όπως ο Χριστός έρχεται στην Βηθανία για να εξαναστήση τον Λάζαρο, έτσι έρχεται στον νεκρό νου για να τον αναστήση από την φθορά των παθών. Και όπως οι αδελφές του Λαζάρου, Μάρθα και Μαρία, Τον προϋπήντησαν κλαίουσαι και θρηνούσαι, έτσι «ἡ φρόνησις καὶ ἡ δικαιοσύνη τῇ λύπῃ βεβαπτισμέναι τῆς νεκρώσεως τοῦ νοός, οἷα δὴ θρηνοῦσαι προσυπαντῶσιν αὐτῷ».

Η δικαιοσύνη είναι η κακοπάθεια και η εργασία η πνευματική, ενώ η φρόνηση είναι η νοερά εργασία και η θεωρία [Φιλοκαλία Γ’, σελ. 324, κη’, βλ. Φιλοκαλία Γ’, σελ. 325, κθ’].

Τον συσχετισμό αυτόν μεταξύ των δύο θαυμάτων, δηλαδή της αναστάσεως του Λαζάρου και της αναστάσεως του νεκρωθέντος νου, τον συναντούμε και σε πολλά τροπάρια της ορθόδοξου υμνογραφίας μας. Θα ήθελα να αναφέρω δύο απ’ αυτά.

«Θεωρίαν καὶ πρᾶξιν, ὥσπερ συζεύξαντες, πρὸς Χριστὸν ἱκεσίαν, ἐκπέμψαι σπεύσωμεν, τὸν τεθαμμένον ἡμῶν νοῦν, ὡς ἄλλον Λάζαρον νεκρόν, ὅπως ζωώσῃ τῇ αὐτοῦ, ἐπιστασίᾳ τῇ φρικτῇ, βαΐα δικαιοσύνης, αὐτῷ προσφέρειν καὶ κράζειν· Εὐλογημένος εἶ ὁ ἐρχόμενος.» [Πέμπτη προ των Βαΐων, εις τον όρθρον, Τριώδιον]. Στο τροπάριο αυτό φαίνεται ότι πράξη είναι η Μάρθα και θεωρία είναι η Μαρία, δια των οποίων παρακαλείται ο Χριστός να αναστήση τον νεκρωθέντα νου.

«Μάρθαν καὶ τὴν Μαρίαν πιστοί, ἐκμιμησάμενοι πρὸς Κύριον πέμψωμεν, ἐνθέους, ὡς πρέσβεις πράξεις, ὅπως ἐλθὼν τὸν ἡμῶν, νοῦν ἐξαναστήσῃ νεκρὸν κείμενον, δεινῶς ἐν τῷ μνήματι, ἀμελείας ἀναίσθητον, φόβου τοῦ θείου, μηδαμῶς αἰσθανόμενον, καὶ ἐνέργειαν, ζωτικὴν νῦν μὴ ἔχοντα, κράζοντες· Ἴδε Κύριε, καὶ ὥσπερ τὸν φίλον σου, Λάζαρον πάλαι Οἰκτίρμον, ἐπιστασίᾳ ἐξήγειρας, φρικτῇ, οὕτω πάντας, ζωοποίησον παρέχων, τὸ μέγα ἔλεος.» [Τετάρτη προ των Βαΐων, εις τον εσπερινόν, Τριώδιον]. Ο νους βρίσκεται νεκρός στο μνήμα και δεν έχει ζωτική ενέργεια, γι’ αυτό προτρεπόμαστε να στείλωμε στον Χριστό την Μάρθα και την Μαρία, δηλαδή τις πράξεις, για να τον εξαναστήση. Ο νους του εγκρατούς (αναστημένος νους) γίνεται ναός του Αγίου Πνεύματος [οσ. Θαλασσίου, Φιλοκαλία Β’, σελ. 220, νε’]. …