Ὁ ἄνθρωπος δὲν ἀρχίζει νὰ σκέφτεται, νὰ σκέφτεται πραγματικά, παρὰ ὅταν πείθεται πὼς δὲν μπορεῖ νὰ κάμη τίποτα, πὼς ἔχει δεμένα τὰ χέρια. Γι αὐτὸ πιθανῶς κάθε βαθιὰ σκέψη πρέπει ν’ ἀρχίζει ἀπὸ τὴν ἀμφιβολία…

Εἶναι ἀναμφισβήτητο, πὼς κανεὶς δὲν θέλει νὰ στοχάζεται: – καὶ δὲ μιλῶ, βέβαια, γιὰ τὴ λογικὴ σκέψη, μὲ τὴν ὁποία δὲν ἔχουν καμμιὰ σχέση ὅσα λέω ἐδῶ.

Ἡ λογικὴ σκέψη, ὅπως καὶ κάθε φυσικὴ λειτουργία, προκαλεῖ στὸν ἄνθρωπο πολὺ μεγάλη εὐχαρίστηση. Γι’ αὐτὸ καὶ τὰ φιλοσοφικὰ συστήματα ποὺ πραγματεύονται τὰ ὕστατα προβλήματα τῆς ζωῆς, προκαλοῦν πάντα πολὺ μεγάλο ἐνδιαφέρον στὸ κοινό, ὅσο περίπλοκη καὶ δύσκολη κι ἂν εἶναι ἡ ὑφή τους, ἀρκεῖ νὰ μὴν ἀπαιτοῦν ἀπὸ τὸν ἄνθρωπο τίποτα περισσότερο ἀπὸ μιὰ κάποια λογικὴ ἐργασία.

Μά, “στοχάζομαι”, σημαίνει: ἀποχαιρετῶ τὴ λογική, σημαίνει: ζῶ μιὰ καινούργια ζωή, ἀλλάζω, θυσιάζω ἀδιάκοπα τὶς κλίσεις μου καὶ τὶς συνήθειές μου, τὶς πιὸ προσφιλεῖς, τὶς πιὸ βαθιὰ ριζωμένες ἀφοσιώσεις μου, χωρὶς νὰ μπορῶ κἂν νὰ ἔχω τὴ βεβαιότητα πὼς κάποια μέρα θ’ ἀνταμειφτῶ, κατὰ κάποιο τρόπο, γιὰ ὅλες αὐτὲς τὶς θυσίες μου.

Ἀντιγράφω ἀπὸ τὸ βιβλίο “Ἡ Νύχτα τῆς Γεσθημανῆς”, μτφρ. Ἄρη Δικταίου, σελ. 170-1.