Μιὰ συγκεκριμένη ἐξωτερικὴ συνθήκη ἔχει ἰδιαίτερη ἰσχύ, ἐνθαρρύνει, ἐπιβραδύνει ἢ ἀκόμα καὶ ἀναστέλλει τὴν γονιμότητα, ὅπως διαπίστωσε ὁ Σιμπέλιους. Κοινὸ καὶ δημιουργὸς ὑπάρχουν μαζὶ ἢ δὲν ὑπάρχουν καθόλου: “τὸ γόητρό μου ἐδῶ πρὸς τὸ παρὸν εἶναι στὸν πάτο, ἀδύνατο νὰ ἐργαστῶ”, ἔγραφε τὸ 1927. Μολονότι ἀντιμετώπιζε τὴν μικρονοϊκὴ κριτικὴ ὅσων τὸν θεώρησαν παρωχημένο ἐν ὄψει τῶν σειραϊστῶν καὶ ἄλλων ‘πρωτοπόρων’ (“τὸ ἔργο τοῦ Σιμπέλιους στερεῖται ἐκ θεμελίων κάθε καλῆς ποιότητας”, θὰ ἔγραφε ὁ ‘πολὺς’ Ἀντόρνο), δέχθηκε ἐπίσης μιὰ οἰκειότητα καὶ προσδοκία ποὺ μεγαλώνει τὴν εὐθύνη. Χωρὶς βούληση νὰ ἀνταποκριθεῖ στὶς ἀπαιτήσεις ποὺ εἶχε τὸ κοινό του, ἴσως τοῦ ἀπέμενε ἀκόμα μικρότερη διάθεση νὰ προχωρήσει στὴ σύνθεση καὶ τῆς 8ης. Ἢ πάλι μπορεῖ ἡ 8η νὰ ἦταν μόνο μιὰ ἀφορμὴ γιὰ νὰ παραμένει ἀπασχολημένος χωρὶς νὰ ἀσχολεῖται, τίποτα παραπάνω ἀπὸ μιὰ δικαιολογία, ἕνας τρόπος νὰ μήν γράφει.
Μὲ ἐκπλήσσει ὅτι πολλοὶ μαέστροι ἀποφασίζουν νὰ χωρίσουν τεχνητὰ τὴν 7η σὲ τέσσερα μέρη, ὥστε νὰ θυμίζει περισσότερο Συμφωνία, παραπέμποντας στὴν παραδοσιακὴ διαίρεση ποὺ συνήθως ἀκολούθησε καὶ ὁ Σιμπέλιους στὶς πρῶτες ἕξι. Ὅμως ἡ 7η ἔχει ἕνα καὶ μοναδικὸ μέρος, τοῦ ὁποίου οἱ ἐσωτερικὲς διαφορὲς δὲν ἐπιτρέπουν ἔννοιες τέτοιας διαίρεσης. Ἀνάλογες διαφορὲς θὰ βρεῖ κανεὶς στὰ περισσότερα μέρη τῶν ἄλλων Συμφωνιῶν, ποὺ ἂν ὑπολογίζονταν ἔτσι θὰ ἔπρεπε νὰ μιλᾶμε γιὰ 27 Συμφωνίες! Τὴν 7η ἀκούω σὰν τελευταῖο μέρος τοῦ συνόλου καὶ κάθε Συμφωνίας ξεχωριστά, σὰν ἕνα καθολικὸ ἐπίλογο. Μοῦ θυμίζει τὴν παρατήρηση τοῦ Ἔλιοτ, ὅτι κανονικὰ πρέπει νὰ ἀρχίζει κανεὶς μὲ τὶς φράσεις τοῦ τέλους. Ἡ 7η εἶναι τμῆμα-σπόρος, ἐνεργεῖ πρῶτα στὴν ἀφάνεια ἔως ὅτου ἀναδυθεῖ καὶ σφραγίσει μιὰ διαδρομὴ ποὺ ἔχει τὸ τέλος της σὲ κάθε Συμφωνία, διαδρομὴ ποὺ εἶναι ἀπὸ τὴν πρώτη στιγμὴ ὁλοκληρωμένη, ἑπομένως διαρκῶς ἀνοιχτή, διαρκῶς δυναμικὴ ἀλλὰ χωρὶς νὰ ὑποφέρει ἀπὸ στέρηση! Γι’ αὐτὸ ἡ συνολικὴ εἰκόνα τῶν Συμφωνιῶν εἶναι εἰκόνα περίσσειας.
Ἡ 7η εἶναι ἡ Συμφωνία ποὺ ἐπέλεξα γιὰ νὰ συγκρίνω ὁρισμένες ἐκδόσεις, ἂν καὶ ἔχω μιὰ ἰδιαίτερη σχέση μὲ τὴν 5η καὶ τὴν 2η, τὴν “ἐξομολόγηση τῆς ψυχῆς”, ὅπως τὴν περιγράφει ὁ Σιμπέλιους. Οὕτως ἢ ἄλλως ἡ ἀντίληψη ἀνανεώνεται μέσα ἀπὸ διαφορὲς ἐκδόσεων, δηλαδὴ δὲν θὰ συμβούλευα νὰ κρατηθοῦν μόνο τρεῖς τέσσερεις καὶ οἱ ὑπόλοιπες νὰ ἀγνοηθοῦν. Προσπερνῶντας ἀναγκαστικὰ ὅσες δὲν μπόρεσα νὰ βρῶ, προτείνω ἐδῶ νὰ ρίξουμε μιὰ κλεφτὴ ματιὰ σὲ 19 ἑρμηνεῖες, ἐκεῖνες τῶν Ashkenazy, Barbirolli, Berglund, Bernstein, Collins, Gibson, Jarvi, Maazel, Rattle, Rozhdestvensky, Sakari, Sanderling, Segerstam, Vanska καὶ Volmer, σὲ δύο τοῦ Davis καὶ ἀκόμα σὲ δύο τοῦ Karajan.
Σελ. 12345