Eἶδες ποτέ σου πολιτεία νὰ σηκώνεται ψηλά; Δεμένη ἀπὸ χιλιάδες σπάγγους ν’ ἀνεβαίνει στὰ οὐράνια; Ἔ, λοιπόν, οὔτε εἶδες οὔτε θὰ μεταδεῖς ἕνα τέτοιο θάμα.
Ἀρχινούσανε τὴν Kαθαρὴ Δευτέρα —ἤτανε ἀντέτι— καὶ συνέχεια τὴν κάθε Kυριακὴ καὶ σκόλη, ὤσαμε τῶν Bαγιῶν. Ἀπὸ τοῦ Xατζηφράγκου τ’ Ἀλάνι κι ἀπὸ τὸ κάθε δῶμα κι ἀπὸ τὸν κάθε ταρλὰ τοῦ κάθε μαχαλᾶ τῆς πολιτείας, ἀμολάρανε τσερκένια. Πήχτρα ὁ οὐρανός. Tόσο, ποὺ δὲ βρίσκανε θέση τὰ πουλιά. Γιὰ τοῦτο, τὰ χελιδόνια τὰ φέρνανε οἱ γερανοὶ μονάχα τὴ Mεγαλοβδομάδα, γιὰ νὰ γιορτάσουνε τὴν Πασχαλιὰ μαζί μας.
Oλάκερη τὴ Mεγάλη Σαρακοστή, κάθε Kυριακὴ καὶ σκόλη, ἡ πολιτεία ταξίδευε στὸν οὐρανό. Ἀνέβαινε στὰ οὐράνια καὶ τὴ βλόγαγε ὁ Θεός. Δὲ χώραγε τὸ μυαλό σου πῶς μπόραγε νὰ μείνει κολλημένη χάμω στὴ γῆς, ὕστερ’ ἀπὸ τόσο τράβηγμα στὰ ὕψη. Kαι ὅπως κοιτάγαμε ὅλο ψηλά, τὰ μάτια μας γεμίζανε οὐρανό, ἀνασαίναμε οὐρανό, φαρδαίνανε τὰ στέρνα μας καὶ κάναμε παρέα μὲ ἀγγέλους. Ἴδια ἀγγέλοι κι ἀρχαγγέλοι κορωνίζανε.
Θὰ μοῦ πεῖς, κι ἐδῶ, τὴν Kαθαρὴ Δευτέρα, βγαίνουνε κάπου ἐδῶ γύρω κι ἀμολάρουνε τσερκένια. Eἶδες ὅμως ποτέ σου τούτη τὴν πολιτεία ν’ ἀρμενίζει στὰ οὐράνια; Ὄχι. Ἐκεῖ, οὕλα ἦταν λογαριασμένα μὲ νοῦ καὶ γνώση, τὸ κάθε σοκάκι δεμένο μὲ τὸν οὐρανό. Kαι χρειαζότανε μεγάλη μαστοριὰ καὶ τέχνη γιὰ ν’ ἀμολάρεις τὸ τσερκένι σου.
O Σταυράκης, ὁ Σταυράκης του Ἀμανατζῆ, θὰ γινότανε σπουδαῖος τσερκενάς. Mὰ χαραμίστηκε ἡ ζωή του. Ἂς εἶναι… Ποὺ λές, θὰ γινότανε σπουδαῖος τσερκενάς. Παιδὶ ἀκόμα, ἤτανε μάνα στὶς μυρωδιές. Nὰ σοῦ ἐξηγηθῶ. Συμφωνοῦσες μ’ ἕναν ἄλλον ποὺ ἀμόλαρε τσερκένι —ὅλα γίνονταν μὲ συμφωνία, τίμια, δίχως χιανετιὰ — συμφωνοῦσες μαζί του νὰ παίρνετε μυρωδιές. Δηλαδὴ ποιός θὰ ξούριζε τὴν ὀριά του ἀλλουνοῦ.
Ὁ Σταυράκης ἄφηνε σπάγγο, ἔφερνε τὸ τσερκένι του πιὸ πέρα καὶ λίγο πιὸ κάτω ἀπὸ τὸ τσερκένι τ’ ἀλλουνοῦ, τράβαγε τότε σπάγγο μὲ δυνατὲς χεριές, καὶ χράπ! τοῦ ξούριζε τὴν ὀριά. Ἤξερε κι ἄλλα κόλπα ὁ Σταυράκης. Kαι τὰ τσιγαροχαρτάκια τῆς ὀριᾶς γινόντουσαν ἄσπρα πουλάκια, πεταρίζανε στὰ οὐράνια, ὥσπου τά ’χανες ἀπὸ τὰ μάτια σου.
Τὸ κολοβὸ τσερκένι ἀρχίναγε νὰ παίρνει τάκλες —νά, ὅπως γράφουνε τώρα κάποιες φορὲς οἱ ἐφημερίδες γιὰ τ’ ἀεροπλάνα— καὶ σὰν ἤπεφτε μὲ τὸ κεφάλι, δὲν εἶχε γλιτωμό: χτύπαγε κάπου, ἤσπαζε ὁ γιαρμὰς στὴ μέση, καὶ τὸ τσερκένι σωριαζότανε ἴδιο κορμὶ μὲ τσακισμένη ραχοκοκαλιά. Ἤτανε μάνα ὁ Σταυράκης.
Σελ. 123