Ἐσηκώθη, ἐνδύθη κ᾿ ἐστολίσθη, κ᾿ ἐφόρεσε τὴν μακρὰν μεταξωτὴν μανδήλαν της. ἐσήκωσε τὸν μικρὸν ἐγγονόν της, τὸν ἔνιψε, τὸν ἐστόλισε, ἄφησε τὴν νύμφην της, τὴν χήραν, νὰ κοιμᾶται μαζὶ μὲ τὸ μικρὸν κοράσιόν της, ἄναψε τὸ φαναράκι της κ᾿ ἐξῆλθε, συνοδευομένη ἀπὸ τὸν ἐγγονόν της. Κ᾿ εἶχε δίκαιον νὰ ἀνησυχῇ διὰ τὸ στασίδι, διότι οἱ περισσότερες, οἱ τωρινές, εἶναι βιλάνες, σοῦσες-μαροῦσες, ἀναφάνταλες, ἀστάνευτες. Δὲν ξέρει καθεμιὰ τὴν ἀράδα της. Αὐτή, διὰ νὰ ξέρῃ καλὰ τὴν δική της καὶ νὰ προσπαθῇ μὲ πάντα τρόπον νὰ τὴν φυλάξη, τῆς ἔβγαλαν κι αὐτὸ τὸ παρεγκώμι, καὶ τὴν εἶπαν Ντελησυφέρω. Οἱ τωρινές, ἐνόμιζαν τάχα πῶς ἦτον «ντελήδισσα γιὰ τὸ συμφέρο της» καὶ δὲν ἐνθυμοῦντο πλέον τὰ παραμύθια τῆς κυρούλας τους: «Κίνησ᾿ ὁ βασιλιᾶς νὰ πάῃ στὸ σεφέρι», ὁποὺ θὰ πῇ ἐκστρατεία, πόλεμος.