Πολὺ ἀπέχει τὸ Ἅγιο Ὄρος ἀπὸ τὸ νὰ ταυτίζεται μὲ τὶς ἀνθρώπινες ἀδυναμίες, ποὺ πάντα ὑπῆρχαν, τὶς ὁποῖες ἡ σκανδαλοθηρικὴ δημοσιογραφία δὲν χάνει εὐκαιρία νὰ τονίζει, ὡς ἐὰν ἐξαντλοῦσαν τὴν σημασία του.

Ἀκόμη καὶ ξένοι καταλαβαίνουν ὅ,τι γιὰ τοὺς φωστῆρες τῶν καναλιῶν μας παραμένει ἀόρατο. Ὁ αὐστριακὸς καθηγητὴς Χέιντζ Νοϋμπάουμερ γράφει:

“Θα ήμασταν φτωχότεροι αν δεν υπήρχε η ακτινοβολία αυτή των μοναστηριών. Θα τολμούσα να πω ότι σε καθένα μας κρύβεται μία βαθιά, ως επί το πλείστον, ασυνείδητη νοσταλγία γι’ αυτόν τον χιλιετή πολιτισμό και τρόπο ζωής”.

Ὁ βρετανὸς φιλόλογος Γκράαμ Σπίκ, ποὺ ἀσπάστηκε τὴν Ὀρθοδοξία, γράφει:

“Ο λόγος που έγινα Ορθόδοξος είναι κυρίως οι πολυάριθμες επισκέψεις μου στο Άγιον Όρος. Παραμένει ένα από τα πιο συναρπαστικά μέρη της γης. … Προσφέρει μία βιώσιμη και εναλλακτική λύση στον ταχύτατα εξαπλούμενο υλισμό και την εκκοσμίκευση της σύγχρονης κοινωνίας, μία εναλλακτική λύση που είναι σαφές ότι χρειάζεται και που εκτιμάται από πολλούς ανθρώπους”.

Ὁ πρώην Ρωμαιοκαθολικὸς καὶ σήμερα Ὀρθόδοξος κληρικὸς Πλακίδας Ντεσιλέ γράφει:

“Το Άγιον Όρος είναι, πριν από όλα, με τον αριθμό των μοναστηριών του, με τη ζωή που ξαναγεννιέται σ’ αυτό σε κάθε σημείο, με την πίστη των μοναχών του να κρατήσουν ζωντανή μία παράδοση περισσότερο από χιλιόχρονη, με την καταφανή αγιότητα πολλών από αυτούς, το σπουδαιότερο κέντρο της Ευρώπης”.