Ἀκριβούτσικο ἤτανε κι ὁ οὐρανὸς μὲ τ’ ἄστρα, σκοῦρο μαβί, μὲ κολλημένα πάνω του, ἀπὸ χρυσόχαρτο, οὔλα τ’ ἄστρα καὶ οἱ κομῆτες τ’ οὐρανοῦ. Kαὶ ποῦ νὰ δεῖς κάτι θεόρατα τσερκένια, πάνω ἀπὸ μπόϊ ἀνθρώπου. Αὐτά, τ’ ἀμολάρανε οἱ μεγάλοι, ὄχι μὲ σπάγγο, μὲ σκοινάκι. Τὰ κουμαντάρανε δυὸ δυὸ νομάτοι, γεροὶ ἄντροι, μὲ χέρια ροζιασμένα στὴ δουλειά, γιατί τὸ τράβηγμα τοῦ ἀέρα σοῦ χαράκιαζε τὰ δάχτυλα. Τὰ μάτωνε. Ἀμόλαρα κι ἐγὼ ἕνα τέτοιο τσερκένι μιὰ βολά.

Αὐτὰ εἶχα νὰ σοῦ πῶ. Ἤτανε θάμα νὰ βλέπεις ὁλάκερη τὴν πολιτεία ν’ ἀνεβαίνει στὰ οὐράνια. Nά, γιὰ νὰ καταλάβεις, ξέρεις τὸ εἰκόνισμα, ποὺ ὁ ἄγγελος σηκώνει τὴν ταφόπετρα, κι ὁ Xριστὸς βγαίνει ἀπὸ τὸν τάφο κι ἀναλήφτεται στὸν οὐρανό, κρατῶντας μιὰ πασχαλιάτικια κόκκινη παντιέρα; Kάτι τέτοιο ἤτανε.

Κοσμᾶς Πολίτης, Στοῦ Χατζηφράγκου