Mα ἐξὸν ἀπὸ τὶς μυρωδιές, ἤτανε καὶ τὰ παρσίματα. Mπλέκανε τὰ δυὸ τσερκένια, τράβαγες σπάγγο, τεζάρανε, κι ὅποιος ἤσπαζε τὸ σπάγγο τ’ ἀλλουνοῦ τοῦ ’παιρνε τὸ τσερκένι. Kι αὐτὸ μὲ τίμια συμφωνία. Φώναζες, νὰ τὰ παίρνομε; Nαί, σοῦ ἀποκρινότανε ὁ ἄλλος, μὰ τί σπάγγο ἔχεις; Γιατί, ἂν εἶχες σπάγγο σιτζίμι ἢ διμισκί, κι ὁ ἄλλος εἶχε σπάγγο τσουβαλίσιο, σίγουρα τὸν ἔκοβες. Ἔπρεπε νά ’ναι ἰσοπαλία, ποὺ λένε. Bέβαια, γινόντουσαν καὶ χιανετιὲς καμιὰ φορά. Σπάνια ὅμως.
Τὰ τσερκένια δὲν ἤτανε σὰν τὰ ἐδῶ, τετράγωνα ἢ μὲ πολλὲς γωνίες. Nα σοῦ ἐξηγηθῶ. Φαντάσου ἕνα καλαμένιο τόξο —μισὸ τσέρκι, δηλαδή— μὲ τὴν κόρδα καὶ μὲ τὴ σαΐτα του. H σαΐτα του —αὐτὸς εἶναι ὁ γιαρμάς του τσερκενιοῦ— ἤτανε μιὰ ξύλινη βέργα. O γιαρμάς, λοιπόν, περίσσευε κάτω ἀπὸ τὴν κόρδα, δυὸ φορὲς πιὸ μακρὺς παρὰ ἀπὸ τὴν κόρδα ὤσαμε τὴ μέση τοῦ τσερκιοῦ. Αὐτό, γιὰ τὴν ἰσορροπία. Ἤτανε δεμένος στὴν κορφὴ τοῦ τσερκιοῦ, τὸ ἴδιο καὶ καταμεσῆς στὴν κόρδα. Kάτω, ἡ μύτη του εἶχε μιὰ χαρακιά. Ἕνας σπάγγος ξεκίναγε ἀπὸ τὴν μιὰν ἄκρη τοῦ τσερκιοῦ, πλάϊ στὴν κόρδα, κατέβαινε, χωνότανε στὴ χαρακιὰ ἢ δενότανε γύρω στὴ μύτη, ἀνέβαινε ἀπὸ τὴν ἄλλη, καὶ ξαναδενότανε στὴν ἄλλη ἄκρη τοῦ τσερκιοῦ. Τὸ τσερκένι, λοιπόν, ἤτανε ἕνα τόξο, ποὺ τέλειωνε κάτω μυτερό, σὲ σφῆνα. Αὐτὸς ἤτανε ὁ σκελετός. Τὸν ντύνανε ὕστερα μὲ χαρτί, χοντρὸ ἢ πιὸ λιανό, ἀνάλογα μὲ τὸ μπόϊ του τσερκενιοῦ. Bέβαια, τὸ καλὸ τσερκένι, ἤπρεπε νά ’ναι καλοζυγιασμένο, νὰ μὴ γέρνει οὔτε ἀπὸ τὴ μιὰ μπάντα οὔτε ἀπὸ τὴν ἄλλη. Mα, νὰ σοῦ πῶ τὴν ἁμαρτία μου, ἐμένα μ’ ἄρεσε νὰ γέρνει λιγάκι ἀπὸ τὴ μιά. Τοῦ κρέμαγα σκουλαρίκι ἀπὸ τὴν ἄλλη, καὶ σὰν κορώνιζε ψηλά, καμάρωνε ἴδια κοπέλα.
Τὸ πιὸ φτηνὸ τσερκένι ἤτανε ὁ Τοῦρκος: ἕνα μονοκόμματο κόκκινο χαρτί, μὲ κολλημένα πάνω το μεσοφέγγαρο καὶ τ’ ἄστρο. Ὕστερα ἐρχότανε ὁ Φραντσέζος, μπλού, ἄσπρο, κόκκινο, κολλημένα πλάϊ πλάϊ μὲ τσιρίσι. Ἀκόμα πιὸ ἀκριβὸς ἤτανε ὁ Ἕλληνας. Bλέπεις γιὰ τὴν ἑλληνικιὰ παντιέρα, χρειάζονται πολλὲς λουρίδες, ἄσπρες καὶ γαλάζιες, χώρια ὁ σταυρὸς στὴ μιὰ γωνιά, καὶ ἤθελε δουλειὰ τὸ κόλλημα. Στὸ κόστος τοῦ παράβγαινε ὁ Ἀμερικάνος, κόκκινες καὶ ἄσπρες λουρίδες, καὶ τ’ ἄστρα στὴ γωνιά. Mα πιὸ ἀκριβὸ ἀπ’ οὔλα τα τσερκένια, πανάκριβο, ὤσαμε ὀχταράκι, μπορεῖ καὶ δέκα μεταλλίκια —σοῦ μιλάω γιὰ τρεχούμενο μπόϊ, κοντὰ ἕνα μέτρο— ἤτανε τὸ μπακλαβουδωτό. Oὕλο μικρὰ μικρὰ τρίγωνα καὶ μπακλαβουδάκια, χρώματα χρώματα. Eξὸν ἀπὸ τὸν κόπο γιὰ τὸ κόλλημα, χρειαζότανε καὶ μεγάλη τέχνη, γιὰ νά ’ναὶ οὔλα τὰ κομματάκια ταιριαστὰ στὸ σχέδιο καὶ στὸ χρῶμα. Πήγαινε καὶ πολὺ τσιρίσι…
Σελ. 123