Ὁ δεύτερος στίχος ἐπαναλαμβάνει τὰ ‘πράγματα,’ ἰσορροπῶντας τὴν μετατόπισή τους στὸ μέσο τοῦ προηγούμενου στίχου, ἀνακτῶντας ἔτσι τὴν ἔμφαση τοῦ πρωτοτύπου στὴν προϋπόθεση τῆς συνάντησης μὲ τὸν Θεό, καὶ δίνοντας νέα ὁλοκλήρωση καὶ σχεδὸν αὐτονομία, ἐνῷ τὸ ὑπόλοιπο κυλάει μὲ σωστὸ μέτρο καὶ ἀκολουθῶντας τὸ πρωτότυπο, μὲ μία ἐξαίρεση.

Ἐνῷ ὁ Ρίλκε ἑστιάζει στὸ αὐτεξούσιο, ὁ Οἰκονομίδης φέρει τὸν ἑαυτὸ στὸ μέσον διπλασιάζοντας τὸ ρῆμα, ἑστιάζοντας ἔτσι στὰ ἐπίθετα καλὸς καὶ ἀδελφὸς (ὁ ‘ἀδελφὸς’ ἐδῶ λειτουργεῖ ὡς ἐπίθετο), εἰκονίζοντας γλωσσικὰ τὴν εἴσοδο τοῦ εὐλαβοῦς ἀνθρώπου στὰ πράγματα. Τὸ πρωτότυπο σὲ ἐγκαταλείπει σὲ ἀμηχανία, κοντὰ στὸν μεγαλύτερο ἅγιο, ἀλλὰ χωρὶς τρόπο νὰ ἀνοίξεις τὴν καρδιά σου, ἐνῷ ἡ μετάφραση τοῦ Οἰκονομίδη σὲ ἐμπιστεύεται στὴν καλωσύνη, ὅταν ἔχεις ἤδη κάνει τὸ πρῶτο βῆμα προσωπικῆς εἰσόδου στὰ πράγματα κι ἔτσι στὴν Ἀρχή τους.