Ἐπροχωροῦσαν ἔξω ἀπὸ τὰ τείχη / τῆς Σιὼν ὁ Ἰησοῦς καὶ οἱ μαθητές του, / σάν, λίγο ἀκόμα πρὶν νὰ γείρει ὁ ἥλιος, / ζυγώσανε ἀναπάντεχα στὸν τόπο / ποὺ ἡ πόλη ἔριχνε χρόνια τὰ σκουπίδια. / καμένα ἀρρώστων στρώματα, ἀποφόρια, / σπασμένα ἀγγιά, ἀπορρίματα, ξεσκλίδια… / Κ’ ἐκεῖ, στὸν πιὸ ψηλὸ σωρὸν ἀπάνω, πρησμένο, μὲ τὰ σκέλια γυρισμένα / στὸν οὐρανό, ἑνὸς σκύλου τὸ ψοφίμι, / πού, ὡς ξαφνικὰ ἀκούοντας τὰ κοράκια / ποὺ τὸ σκεπάζαν πάτημα τὸ ἀφῆκαν, / μιὰ τέτοια ὀσμὴν ἀνάδωκεν ὁποὺ ὅλοι / σὰ μ’ ἕνα βῆμα οἱ μαθητές, κρατῶντας στὴ φούχτα τους τὴν πνοή, πισωδρομῆσαν…