Ἑντυπωσιακὴ ἡ παρατήρηση αὐτὴ ποὺ περιέχεται στὶς ἐπιστολές τοῦ Μ. Βασιλείου, ὅτι σύμφωνα μὲ τὴν Καινὴ Διαθήκη κανεὶς ποὺ πιστεύει στὸν Χριστὸ “δὲν πρέπει νὰ λέει κάτι ἐναντίον ἀπόντος ἀδελφοῦ μὲ σκοπὸ νὰ τὸν διαβάλει, τὸ ὁποῖο εἶναι συκοφαντία, ἀκόμη κι ἂν εἶναι ἀληθινὰ τὰ λεγόμενα“, ὁπότε ἡ κοινότητα ποὺ δὲν ἀνέχεται τὴν συκοφαντία, ἀποβάλλει τὸν συκοφάντη, “πρέπει νὰ ἀποστρέφεται τὸν διαβάλλοντα τὸν ἀδελφό.”

Φυσικὰ ὁ συκοφάντης εἶναι ἀποκρουστικός, ἐφόσον τὸ μῖσος καὶ ὁ φθόνος ἐξ ὁρισμοῦ καὶ κατ’ ἀνάγκην δὲν συνιστοῦν ἀφορμὲς ἑνότητας. Τὸ ἐνδιαφέρον στὴν ἐπιστολὴ τοῦ Βασιλείου εἶναι ἡ διευκρίνηση ὅτι διαβάλλεις τὸν ἄλλο ἀκόμη καὶ ἂν ἔχεις δίκιο γιὰ ὅσα τὸν κατηγορεῖς! Γι’ αὐτὸ ἡ Ἐκκλησία καταδικάζει τὴν κατάκριση ἐν γένει, ἐπειδὴ καὶ μιὰ μεγάλη κακία καὶ πλάνη ποὺ μπορεῖ νὰ νιώθεις γιὰ τὸν ἄλλο, μέσα στὴν κοινότητα ἐνδέχεται νὰ διορθωθεῖ, ἀλλὰ ὁ συκοφάντης ἔχει διαρρήξει ὅλους τοὺς δεσμούς.