«Ὅταν πέθανε ἡ μαμά μου, ἤμουνα πολὺ μικρὸ
καὶ μὲ πούλησε ὁ μπαμπάς μου, πρὶν ἀρχίσω νὰ τσιρίζω.
Τζάκια τώρα καθαρίζω
καὶ κοιμᾶμαι ὅπου βρῶ
στάχτη, σκόνη καὶ καπνό!»

Τσίριζε ὁ μικρὸς ὁ Δάκρης ποὺ τοῦ κόβαν τὰ μαλλιά.
«Εἶναι ὄμορφα» τοῦ εἶπα, «καὶ σγουρά, μὰ μὴ σὲ νοιάζει.
Κάτσε, Δάκρη, δὲν πειράζει.
Στὰ μαλλιὰ δὲ θά ῾χεις πιὰ
στάχτη, σκόνη καὶ καπνιά!»

Ἔκατσε, λοιπόν, ὁ Δάκρης καὶ τοῦ κόψαν τὰ μαλλιά,
μὰ τὸ βράδυ, στ᾿ ὄνειρό του, εἶδε χίλια φερετράκια
μὲ κατάμαυρα καπάκια.
Εἶχαν ὅλα τους παιδιά
πεθαμένα ἀπ ῾τὴν καπνιά.