Γλυκειὰ Παρθέν᾿ , ἀξίωσέ με
νἄρθω καὶ πάλι στὸ ναό σου,
ὅπου φυσᾷ γλυκὰ ἡ αὔρα
στὰ πλατάνια τὰ θεόρατα
κάτω στὸ ρέμμα, ποὺ ἡ πηγὴ κελαρύζει
κι ἐπάνω θροΐζει ἡ αὔρα μαλακά.

Ὅλος ὁ ἥλιος λάμπει στὸ θόλο
τοῦ ὡραίου ναοῦ σου μὲ τὰ πιατάκια τὰ ποικιλμένα
κι εὐωδιάζ᾿ ἡ μύρτος κι ἡ δάφνη
ὁλόγυρα, κι ἡ βρύση κελαδεῖ
στὴν αὐλή, ποὺ ἀνθεῖ ὁ λιβανωτὸς κι [ἡ μύρτος].

Στὰ νεαήμερα τ᾿ ἀγαπημένα
τῆς δοξασμένης μεταστάσεώς σου
ἤθελα νἆμαι νὰ ψάλω τὸ «Πεποικιλμένη…»
στὸ πανηγύρι τὸ σεμνό.

Νὰ βλέπω νὰ θαμάζω τὴ μορφή σου
μὲ τὰ ματάκια τὰ κλειστά,
μὲ τὰ χεράκια σταυρωμένα,
κι ὁ Υἱός σου νὰ κρατεῖ τὴν ἄμωμη ψυχή σου,
ὡς τρυγόνα στὰ χεράκια·