Ἡ Ἐκκλησία πρόκοβε στὴν ἀλήθεια καὶ ἀναγνώριζε ἄφοβα τὸ ἁπλούστερο.

“Ἐκεῖνοι ποὺ βρίσκονται ἔξω ἀπὸ τὴν δική μας φιλοσοφία, μὲ διάφορες θεωρίες, καθένας μὲ διαφορετικὸ τρόπο, ἄγγιξαν κάποια πλευρὰ τῆς πίστης στὴν Ἀνάσταση, χωρὶς νὰ φθάσουν ἀκριβῶς στὰ δικά μας, ἀλλὰ καὶ χωρὶς νὰ σφάλουν ἐντελῶς στὴν ἐλπίδα αὐτή”.[204]

“Ὁ Λόγος φανερώθηκε μὲ παρρησία ὕστερα, σὲ ἰδιαίτερους καιρούς, ἀλλὰ καὶ πιὸ πρὶν ἀκόμη τὸν γνώρισαν ὅσοι εἶχαν καθαρὴ τὴν σκέψη τους”.[205]

“Οἱ πιὸ θεολογικοὶ ἀπὸ τοὺς Ἕλληνες καὶ ποὺ περισσότερο πλησίασαν σὲ μᾶς, νομίζω πὼς ἀντιλήφθηκαν τὸ Ἅγιο Πνεῦμα, ἀλλὰ τὸ ὀνόμασαν διαφορετικά, ἀποκαλῶντας το Νοῦ τοῦ παντός, θύραθεν Νοῦ, καὶ τὰ ὅμοια”.[206]