Ἐπὶ τῆς θε­με­λι­α­κῆς αὐ­τῆς προσ­λή­ψε­ως τῆς Και­νῆς Δι­α­θή­κης ὡς Χώ­ρου, ὅ­που προ­σερ­χό­μα­στε ἀ­να­μέ­νον­τας μιὰ με­γά­λη βο­ή­θεια στὴν προσ­δο­κία νὰ ἀ­να­κτη­θεῖ ἡ πιὸ προ­σω­πι­κὴ σχέ­ση καὶ ἀ­λή­θευ­σή μας, συμ­βαί­νουν ἐν­δι­ά­με­σες ἀ­ξι­ο­ποι­ή­σεις, προ­σπά­θει­ες νὰ στο­χα­στοῦ­με ἐ­πι­μέ­ρους προ­βλή­μα­τα, κλπ.

Εἶ­ναι κα­λὸ νὰ ἀ­νοί­γου­με τὶς Γρα­φὲς ἔ­χον­τας συγ­κε­κριμ­μέ­να ἐ­ρω­τή­μα­τα κά­θε φο­ρά, μέ­σα ἀπὸ τὶς ἀ­νάγ­κες τους δι­α­μορ­φώ­νον­τας τὴν ἀ­νά­γνω­ση μὲ ἔν­τα­ση καὶ μο­να­δι­κό­τη­τα. Ἀλ­λὰ μπο­ροῦ­με ἐ­πί­σης νὰ δι­α­βά­ζου­με δύο ἢ τρία κε­φά­λαια τὴν ἡ­μέ­ρα, ἔ­στω μό­νο γιὰ νὰ ἔρ­χε­ται ἡ σκέ­ψη μας στὸν Χῶ­ρο της, εἴ­τε πρὶν ἀπὸ τὸν ὕ­πνο νὰ ξε­φυλ­λί­ζου­με ἕως ὅ­του κά­ποια φρά­ση δι­α­κρι­θεῖ κά­νον­τας μιὰ ἰ­δι­αί­τε­ρη ἐν­τύ­πω­ση, ὥ­στε νὰ τε­λει­ώ­σου­με τὴν ἡ­μέ­ρα μας σκε­πτό­με­νοι τὶς Ση­μα­σί­ες της.