Διηγεῖται ὁ Ἐλύτης, “μια μέρα που πήγαινα να μπω στο αεροπλάνο να πάω Ελβετία, ένα τσούρμο παιδιά παίζανε σε ένα ανοιχτό οικόπεδο, το αυτοκίνητο μας αναγκάστηκε να σταματήσει για μια στιγμή και βάλθηκα να τα παρατηρώ, μες τα κουρέλια, χλωμά, βρώμικα, σκελετωμένα με γόνατα παραμορφωμένα, με ρουφηγμένα πρόσωπα, τριγυρίζανε ανάμεσα σε τρύπιες λεκάνες και σωρούς σκουπιδιών, αυτή ήταν η τελευταία εικόνα που έπαιρνα από την Ελλάδα. Πριν περάσουν 24 ώρες ήμουν στην Λωζάννη, στο μικρό δάσος πλάι στη λίμνη. Ξαφνικά άκουσα χαρούμενες φωνές, ήταν τα Ελβετόπαιδα που έβγαιναν να κάνουν ιππασία, ροδοκόκκινα, γελαστά, ντυμένα σαν πριγκηπόπουλα με συνοδούς που φορούσαν στολές με χρυσά κουμπιά, περάσανε από μπροστά μου και μ’ άφησαν σε μια κατάσταση που ξεπερνούσε την αγανάκτηση […] δέος μπροστά στην αντίθεση, συντριβή μπροστά στην αδικία, το δράμα του τόπου μας, μια διάθεση να κλάψεις και να προσευχηθείς περισσότερο, παρά να διαμαρτυρηθείς και να φωνάξεις…”

Βλέπεις πόσο βαθειὲς εἶναι οἱ ρίζες τῆς κατάντιας;

Ποιά εἶναι ἡ ἀδικία σύντροφε Ὀδυσσέα; Σὲ ποιόν θὰ διαμαρτυρηθεῖς καὶ μὲ ποιόν θὰ ἀγανακτήσεις ποὺ σκοτώσαμε τὸν Καποδίστρια, ἢ ποὺ φυλακίζαμε τοὺς ἀγωνιστὲς τοῦ 21, ἢ ποὺ οἱ ἴδιοι οἱ ἀγωνιστὲς ἐξαντλοῦσαν τὶς δυνάμεις μας σὲ ἀτέλειωτους ἐμφύλιους σκοτωμούς; Μὲ τίνος τὴν ἀδικία θὰ ἐξοργιστεῖς ποὺ ὑμνήσαμε ὅλες τὶς Σοβιετίες τοῦ κόσμου καὶ ἀκόμη σήμερα οἱ μισοὶ καὶ περισσότεροι εἴμαστε ἀριστεροί; Ποιά ἀδικία τίνος μᾶς ἔκανε νὰ ρημάζουμε τὰ πανεπιστήμιά μας καὶ νὰ φεύγουμε ἔξω γιὰ σπουδές; Ποιός θεός, ξένος ἢ ἐξωγήϊνος σοῦ φταίει ποὺ ἐπιπλέει κάθε σκουπίδι καὶ οἱ καλοὶ ἀπελπίζονται; Ποιά εἶναι ἡ ἀδικία τίνος σύντροφε ποὺ δὲν μαθαίνουμε πιὰ οὔτε τὴν γλώσσα μας νὰ μιλᾶμε; Λοιπὸν ἄσε, ὁ ἴδιος εἶσαι ζωντανὴ ἀπόδειξη πὼς ἡ πνευματική μας ἡγεσία ἔχει τὰ χάλια μας. Κανένα λευκὸ καὶ κανένα γλαυκὸ δὲν σώζει…

Αρχική σελίδα


Σχετικές δημοσιεύσεις (αυτόματη επιλογή)