Ἀποσπάσματα ἀπὸ τὴν ἐπιστολὴ τοῦ διπλωματικοῦ κύκλου πρὸς τοὺς Ἕλληνες βουλευτές.

Αξιότιμοι Κυρίες και Κύριοι Βουλευτές,

[…] Η συμφωνία αυτή, όπως πιστεύουμε, αποτελεί πλήρη αποδοχή– και κατά συνέπεια δική μας υποχώρηση- των απαιτήσεων της σκοπιανής πλευράς, η οποία ήδη από της σύστασης του ομόσπονδου κρατιδίου των Σκοπίων μέσα στα πλαίσια της άλλοτε Γιουγκοσλαβίας, αλλά και σήμερα το προκύψαν μετά την διάλυση της Γιουγκοσλαβίας νέο κρατικό μόρφωμα της Π.Γ.Δ.Μ εξακολουθεί να εκδηλώνει «αλυτρωτικές» τάσεις κατά της χώρας μας, ενώ ταυτόχρονα δεν φαίνεται να έχει εγκαταλείψει την επεκτατική πολιτική του Τίτο περί «Ενοποιήσεως όλου του μακεδονικού χώρου συμπεριλαμβανομένης και της ελληνικής ιστορικής Μακεδονίας»…

Οι πολίτες της χώρας αυτής αρνούνται να δεχθούν την ιστορική αλήθεια, ότι η περιοχή των Σκοπίων ήταν τμήμα της Αρχαίας Δαρδανίας, ως τούτο επιβεβαιώνεται από αδιάσειστα αρχαιολογικά, εθνολογικά, γλωσσικά και άλλα στοιχεία…

Πέραν όμως της διαστρέβλωσης της ιστορικής αλήθειας, που επιχειρείται με την συμφωνία των Πρεσπών, η τελευταία θα δημιουργήσει σειρά προβλημάτων σε πολλαπλά επίπεδα και θα αποτελέσει αιτία προστριβών και αποσταθεροποίησης.

Διότι αναγνωρίζεται, εντελώς εσφαλμένα, «η μακεδονική γλώσσα» και «ταυτότητα», ήτοι τα κυριότερα συστατικά στοιχεία για την δημιουργία μιας εθνικής οντότητας. Οι σχετικές διατάξεις της συμφωνίας των Πρεσπών παρέχουν το νομικό πλέον κάλυμμα για να συνεχίσει η σκοπιανή πλευρά την «αλυτρωτική» της πολιτική με άλλα πιο ισχυρά από τα μέχρι τώρα μέσα και μία πιο έντονη ρητορική προβολή τους…

Η εν λόγω συμφωνία θα αποτελέσει το εφαλτήριο για τη συνέχιση της «αλυτρωτικής» πολιτικής από τους βόρειους γείτονες μας, αναπροσαρμοσμένης στα νέα δεδομένα που τους παραχωρούνται (γλώσσα, ταυτότητα, εθνική υπόσταση) και θα ενσπείρει σύγχυση ως προς την ελληνικότητα της ιστορικής ελληνικής Μακεδονίας.

Είναι δε εξωπραγματικό να πιστεύεται, ότι ο πολίτης μιας τρίτης χώρας (π.χ. Αφρικής, Λατινικής Αμερικής κλπ) θα ενδιαφερθεί να ανατρέξει στην παραπάνω συμφωνία για να πληροφορηθεί ότι η «μακεδονική γλώσσα της Βορείου Μακεδονίας» είναι σλαβική και «ουδεμία σχέση έχει με την γλώσσα του Μεγάλου Αλεξάνδρου».

Ομοίως δεν θα πρέπει να θεωρείται λήξαν το θέμα του «αλυτρωτισμού» με την τροποποίηση ορισμένων διατάξεων του σκοπιανού συντάγματος, διότι οι διατάξεις αυτές είναι πλέον περιττές, εφόσον η σκοπιανή πλευρά με την συμφωνία των Πρεσπών -μια διεθνή συνθήκη- πήρε ό,τι μέχρι τώρα επεδίωκε.

Πέραν των ανωτέρω η εν λόγω συμφωνία, ως διαφαίνεται από τις μέχρι τώρα αντιδράσεις, τόσο στο εσωτερικό όσο και στην διασπορά, τείνει να επιφέρει διχασμό στην ελληνική κοινωνία. Συναφώς, με λύπη διαπιστώνουμε ότι χαρακτηρίζονται από ορισμένους κύκλους ως «ακραίοι» οι αντιτιθέμενοι στην συμφωνία αυτή.

Δεν πρέπει όμως αυτοί οι κύκλοι, αλλά και οι ξένοι, να λησμονούν ότι οι Έλληνες απέδειξαν το 1940 – 1941 ότι μπορούν να συσπειρωθούν «ακραία» και αποτελεσματικά, όταν η χώρα απειλείται από ξένο επεκτατισμό φασιστικό ή άλλον.

Έχοντας υπ’όψη την ανωτέρω διαμορφωθείσα κατάσταση, ως και την πολύχρονη πείρα μας στον χειρισμό και εξέλιξη του εθνικού αυτού θέματος συντασσόμαστε και εμείς με την έκκληση της Εταιρείας Μακεδονικών Σπουδών και

1. Διακηρύσσουμε την αντίθεσή μας στην ετεροβαρή, λεόντεια συμφωνία των Πρεσπών που βλάπτει τα εθνικά μας συμφέροντα.

2. Καλούμε τους εκπροσώπους του έθνους να μη συμβάλουν στην αποδοχή της συμφωνίας αυτής.

3. Καλούμε την Κυβέρνηση να εξετάσει την δυνατότητα -είμαστε πεπεισμένοι ότι τούτο επιθυμεί η πλειοψηφία του ελληνικού λαού- δημοψηφίσματος επί του κεφαλαιώδους σημασίας εθνικού αυτού θέματος.