Συμμεριζόμενος την πλατωνική επίγνωση μαζί με τον Γρηγόριο Νύσσης, ο Εριγένης καταλαβαίνει νοερή τη φύση της ύλης, και δείχνει την αυθεντική ανθρώπινη φύση πέρα από τις οφειλόμενες στην πτώση ιδιότητες της διαίρεσης των φύλων. Ο άνθρωπος αποχωρίζεται από την οντολογική τάξη του ζώου κατά την εικόνιση του Δημιουργού, επομένως αποσπώμενος από την πραγματικότητα –ως υπαγόμενη στις αισθήσεις– επιτρέπει στον λόγο του να τελειοποιηθεί φωτιζόμενος από την απειρία του θείου λόγου. Μέσα στη θεία αποκάλυψη θα ενωθεί με την αρχή του αποκτώντας πληρότητα θεώσεως.